Ο COVID-19 επηρεάζει σημαντικά τις υπηρεσίες υγείας για τις μη μεταδοτικές ασθένειες

Ο COVID-19 επηρεάζει σημαντικά τις υπηρεσίες υγείας για τις μη μεταδοτικές ασθένειες

Οι υπηρεσίες πρόληψης και θεραπείας για τις μη μεταδοτικές ασθένειες έχουν επηρεαστεί σοβαρά από τη στιγμή που εμφανίστηκε η πανδημία COVID-19, σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Η έρευνα που ολοκληρώθηκε σε 155 χώρες κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 3 εβδομάδων του Μαΐου, επιβεβαίωσε ότι ο αντίκτυπος είναι παγκόσμιος, αλλά οι χώρες χαμηλού εισοδήματος είναι αυτές που επηρεάζονται περισσότερο. Η κατάσταση αυτή προκαλεί ανησυχία, διότι τα άτομα που ζουν με κάποια μη μεταδοτική ασθένεια βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο νόσησης ή ακόμα και θανάτου από τον COVID-19.

«Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας επιβεβαιώνουν όσα ακούγαμε εδώ και εβδομάδες», δήλωσε ο Dr Tedros Adhanom Ghebreyesus, Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ. «Πολλοί άνθρωποι που χρειάζονται θεραπεία για ασθένειες όπως ο καρκίνος, οι καρδιαγγειακές παθήσεις και ο διαβήτης δεν λαμβάνουν τις υπηρεσίες υγείας και τα φάρμακα που χρειάζονται από τότε που ξεκίνησε η πανδημία. Είναι ζωτικής σημασίας οι χώρες να διασφαλίσουν καινοτόμους τρόπους έτσι ώστε να συνεχίσουν να παρέχονται οι βασικές υπηρεσίες για τις μη μεταδοτικές ασθένειες, ακόμα και κατά τη διάρκεια καταπολέμησης του COVID-19.»

Η δυσλειτουργία των υπηρεσιών είναι ευρέως διαδεδομένη
Το κυριότερο εύρημα είναι ότι οι υπηρεσίες υγείας έχουν διαταραχθεί εν μέρει ή πλήρως σε πολλές χώρες. Πάνω από τις μισές χώρες (53%) που συμμετείχαν στην έρευνα έχουν εν μέρει ή πλήρως επηρεαστεί ως προς τις θεραπείες υπέρτασης, το 49% αυτών επηρεάστηκε σχετικά με τις θεραπείες για το διαβήτη, το 42% για τις θεραπείες του καρκίνου και 31% για τις καρδιαγγειακές παθήσεις.
Οι υπηρεσίες αποκατάστασης έχουν διαταραχθεί σχεδόν στα δύο τρίτα (63%) των χωρών, παρόλο που η αποκατάσταση είναι το κλειδί για μια υγιή ανάρρωση μετά από μια σοβαρή ασθένεια από το COVID-19.

Επανατοποθέτηση προσωπικού και αναβολή προσυμπτωματικού ελέγχου
Στην πλειοψηφία (94%) των χωρών που συμμετείχαν, ανατέθηκε στο προσωπικό που εργαζόταν στον τομέα των μη μεταδοτικών ασθενειών να υποστηρίξουν μερικώς ή πλήρως τις ανάγκες που προέκυψαν από τον COVID-19.
Η αναβολή δημόσιων προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου (για παράδειγμα για τον καρκίνο του μαστού και του τραχήλου της μήτρας) αναφέρθηκε σε περισσότερο από το 50% των χωρών. Αυτό ήταν συνέπεια των αρχικών συστάσεων του ΠΟΥ για τον περιορισμό της μη επείγουσας φροντίδας κατά τη διάρκεια αντιμετώπιση της πανδημίας.

Αλλά οι πιο συνηθισμένοι λόγοι για τη διακοπή ή τη μείωση των υπηρεσιών ήταν οι ακυρώσεις προγραμματισμένων θεραπειών, η μείωση των διαθέσιμων μέσων μαζικής μεταφοράς και η έλλειψη προσωπικού επειδή οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας είχαν αναλάβει να υποστηρίξουν υπηρεσίες για τον COVID19. Μία στις πέντε χώρες (20%) ανέφεραν πως ένας από τους κύριους λόγους διακοπής των υπηρεσιών ήταν η έλλειψη φαρμάκων, διαγνωστικών και άλλων τεχνολογιών.

Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι φαίνεται να υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του βαθμού δυσλειτουργίας των υπηρεσιών αντιμετώπισης των μη μεταδοτικών ασθενειών και της εξέλιξης της επιδημίας COVID-19 σε μια χώρα. Οι υπηρεσίες δυσλειτουργούν ολοένα και περισσότερο καθώς μια χώρα κινείται από μεμονωμένες περιπτώσεις στην κοινοτική αντιμετώπιση της μετάδοσης του κορωνοϊού.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα δύο τρίτα των χωρών ανέφεραν ότι είχαν συμπεριλάβει τις υπηρεσίες για τις μη μεταδοτικές ασθένειες στα εθνικά σχέδια ετοιμότητας και ανταπόκρισης στον COVID-19. Οι υπηρεσίες για την αντιμετώπιση καρδιαγγειακών παθήσεων, καρκίνου, διαβήτη και χρόνιας αναπνευστικής νόσου συμπεριλήφθηκαν συχνότερα. Οι οδοντιατρικές υπηρεσίες, η αποκατάσταση και η διακοπή καπνίσματος δεν συμπεριλήφθηκαν ευρέως στα σχέδια ανταπόκρισης σύμφωνα με τις εκθέσεις της κάθε χώρας. Δεκαεπτά τοις εκατό (17%) των χωρών ανέφεραν ότι έχουν αρχίσει να διαθέτουν πρόσθετη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να συμπεριλάβουν την παροχή υπηρεσιών για τις μη μεταδοτικές ασθένειες στο εθνικό τους σχέδιο COVID-19.

Εφαρμογή εναλλακτικών στρατηγικών για συνεχή φροντίδα
Τα ενθαρρυντικά ευρήματα της έρευνας ήταν ότι έχουν αναπτυχθεί εναλλακτικές στρατηγικές στις περισσότερες χώρες για να υποστηρίξουν τα άτομα υψηλού κινδύνου να συνεχίσουν να λαμβάνουν θεραπεία για τις μη μεταδοτικές ασθένειες. Μεταξύ των χωρών που αναφέρουν δυσλειτουργία των υπηρεσιών, σε παγκόσμιο επίπεδο το 58% αυτών χρησιμοποιούν πλέον την τηλεϊατρική (συμβουλές μέσω τηλεφώνου ή διαδικτυακών μέσων επικοινωνίας) για να αντικαταστήσουν την πρόσωπο με πρόσωπο επαφή. Σε χώρες χαμηλού εισοδήματος το ποσοστό αυτό κυμαίνεται στο 42%. Το triaging για τον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων έχει επίσης χρησιμοποιηθεί ευρέως, στα δύο τρίτα των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα.

Επίσης ενθαρρυντικό είναι ότι πάνω από το 70% των χωρών ανέφεραν ότι συλλέγουν δεδομένα σχετικά με τον αριθμό των ασθενών με COVID-19 που έχουν επίσης και κάποια μη μεταδοτική ασθένεια. «Θα περάσει κάποιος χρόνος μέχρι να ξέρουμε την πλήρη έκταση των επιπτώσεων του COVID-19 στην φροντίδα υγείας των ατόμων με μη μεταδοτικές ασθένειες », δήλωσε ο Dr. Bente Mikkelsen, Διευθυντής του Τμήματος Μη Μεταδοτικών Ασθενειών του ΠΟΥ. «Αυτό που ξέρουμε τώρα, ωστόσο, είναι ότι τα άτομα με μη μεταδοτικές ασθένειες όχι μόνο είναι πιο ευάλωτα στο να αρρωστήσουν σοβαρά από τον ιό, αλλά πολλοί δεν μπορούν να έχουν καν πρόσβαση στη θεραπεία που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουν τις ασθένειές τους. Είναι πολύ σημαντικό να συμπεριλαμβάνεται η φροντίδα των ατόμων που ζουν με κάποια μη μεταδοτική ασθένεια στα εθνικά σχέδια ανταπόκρισης και ετοιμότητας για το COVID-19. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να «χτίσουμε καλύτερα» ̶ ενδυναμώνοντας τις υπηρεσίες υγείας, έτσι ώστε να είναι καλύτερα εξοπλισμένες για την πρόληψη, τη διάγνωση και την παροχή φροντίδας σχετικά με τις μη μεταδοτικές ασθένειες στο μέλλον και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. ”

Πηγή:
COVID-19 significantly impacts health services for noncommunicable diseases (1 June 2020 News release, GENEVA)
https://www.who.int/news-room/detail/01-06-2020-covid-19-significantly-impacts-health-services-for-noncommunicable-diseases

Προσαρμογή κειμένου: Ανθή Ανδροβιτσανέα, Ψυχολόγος
Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Προαγωγή & Αγωγή Υγείας
Ιατρικής Σχολής Αθηνών, ΕΚΠΑ

Φωτογραφία από Sergey Semenov από το Pixabay